Skip to content

Οταν οι Κένεντι μπέρδεψαν την πολιτική με το lifestyle

21/10/2009

Ο γιος του JFK, Τζον Κένεντι Τζούνιορ, επέλεξε, επηρεασμένος και από τη μητέρα του, να μην ασχοληθεί με την πολιτική. Τουλάχιστον όχι άμεσα. Το 1995 ίδρυσε το George, ένα περιοδικό «πολιτικού lifestyle» που κέρδισε αμέσως φανατικούς φίλους και ορκισμένους εχθρούς. Οπως οτιδήποτε έκαναν ποτέ οι Κένεντι. Η πορεία του Τζον Τζον από την κορυφή μέχρι το θάνατο, το 1999, ήταν μια μείξη από έρωτες, πάρτι, απαιτήσεις από ολόκληρη την Αμερική και πάρα πολλούς λάθος υπολογισμούς.

Πήρε στο αριστερό του χέρι ένα άθικτο Cohiba και το έτριψε χορταστικά ανάμεσα στα δάχτυλα. Ηταν μια κίνηση ικανοποίησης, σαν να απολάμβανε ξανά, δώδεκα χρόνια αφότου έσβησε το τελευταίο του, ένα από τα αγαπημένα του Corona Especial. Στο δεξί του χέρι, ο Φιντέλ Κάστρο συνέχισε να κρατάει ένα από τα τεύχη του George που ο Τζον Κένεντι Τζούνιορ είχε αφήσει επάνω στο γραφείο του. Εστρεψε ξανά το βλέμμα του προς την πόρτα απ’ όπου είχε εξαφανιστεί πριν από λίγο ο γιος τού κάποτε μεγαλύτερου αντιπάλου του, έφερε στο μυαλό του τον JFK και, αντανακλαστικά, έσφιξε ακόμη περισσότερο το περιοδικό με την παλάμη του, μέχρι τη στιγμή που η υγρασία της Αβάνας άρχισε να λιπαίνει ενοχλητικά το γυαλιστερό εξώφυλλο. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά τη δολοφονία του Κένεντι, 1997 πια, και αυτό το παιχνίδι μεταξύ τους δεν έλεγε να τελειώσει με τίποτα. Ο Φιντέλ Κάστρο θα πήγαινε και στοίχημα ότι την ίδια στιγμή, στο νεκροταφείο του Αρλινγκτον, ο JFK χαμογελούσε επίσης με ικανοποίηση, θεωρώντας και εκείνος, με τη σειρά του, πως είχε μόλις καταφέρει άλλη μία νίκη εναντίον του αιώνιου αντιπάλου του.
Το αν τελικά ήταν ο Κάστρο που κέρδιζε από αυτή την ιστορία, βελτιώνοντας την εικόνα του στις ΗΠΑ, ή ο Κένεντι, που μέσω του γιου του, Τζον Τζον, κατάφερνε επιτέλους να εισβάλει στην Κούβα, θα έμενε ένα αναπάντητο ερώτημα. Πίσω στη Νέα Υόρκη, ο γιος του JFK είχε να ασχοληθεί με ένα σωρό πιο μπερδεμένα ζητήματα, όπως πώς θα διαχειριζόταν τη συνέντευξη που είχε μόλις πάρει από τον ηγέτη της Κούβας. Τα διαφημιστικά έσοδα του George πήγαιναν κατά διαόλου, παρότι οι πωλήσεις του παρέμεναν σταθερές – πάνω από 400.000 αντίτυπα. Ο ίδιος, όσο ενθουσιώδης και αν ήταν στο να παίρνει συνεντεύξεις από προσωπικότητες σαν τον Κάστρο, τον πυγμάχο Μάικ Τάισον ή τον πρώην κυβερνήτη της Αλαμπάμα και τέσσερις φορές υποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ Τζορτζ Γουάλας, άλλο τόσο έφριττε στην ιδέα των ραντεβού με διαφημιστικές και στελέχη του μάρκετινγκ. Δυστυχώς, ο Τύπος δεν είναι μόνο τα κείμενα. Το χειρότερο όμως ήταν ότι ο υπόλοιπος Τύπος -ο σκανδαλοθηρικός έστω- ασχολείτο μαζί του εξαιτίας του γάμου του, που έδειχνε να γοργοπεθαίνει, μόλις ένα χρόνο από τότε που γινόταν πρωτοσέλιδο σε όλες τις ΗΠΑ… Σε έναν καβγά του Τζον Τζον με την Κάρολιν, την οποία είχε παντρευτεί το Σεπτέμβριο του 1996, τελειώνοντας τη θητεία του ως «του πιο περιζήτητου εργένη της Αμερικής», εκείνη είχε τραβήξει τη βέρα της και ήταν έτοιμη να την πετάξει στα χορτάρια του Central Park. Μπροστά στις κάμερες που παραμόνευαν.
Η Κάρολιν ήταν ανεξέλεγκτη, ταύρος εν υαλοπωλείω, οργισμένη με τις φήμες ότι ο Τζον Τζον ξαναέβλεπε την προηγούμενη αγαπημένη του, την ηθοποιό Ντάριλ Χάνα, γεμάτη ζήλια για την αδελφή του, την Καρολάιν Κένεντι, και πεπεισμένη ότι ο Μάικλ Μπέρμαν, ο στενότερος συνεργάτης του, ήταν και ο μεγαλύτερος εχθρός της. Μισούσε το George, μισούσε το χρόνο που ο Τζον Τζον περνούσε στα γραφεία του περιοδικού και μισούσε τον Μπέρμαν που είχε συλλάβει όλη αυτή την ιδέα περί ενός εντύπου για το πολιτικό lifestyle, ιδέα που είχε συνεπάρει τον ιδανικό εκφραστή της – τον σύζυγό της. Και η κατάχρηση κοκαΐνης μεγέθυνε το μίσος της σε σημείο παράνοιας.

Οχι απλώς πολιτικά…

Η Σίντι Κρόφορντ πόζαρε ως Τζορτζ Ουάσινγκτον για το πρώτο George, τον Σεπτέμβριο του '95.

Η φράση κάτω από το τελευταίο «e» του τίτλου στο εξώφυλλο του George ήταν «Not Just Politics as Usual». Σε αυτό το πολιτικό περιοδικό δεν διάβαζες απλώς πολιτικά, ως συνήθως. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Από την πρώτη του δημόσια εμφάνιση, όταν ο τηλεοπτικός φακός τον απαθανάτιζε, τριών ετών, ντυμένο με ένα γαλάζιο παλτό και σορτς από κάτω, να χαιρετά στρατιωτικά το φέρετρο του πατέρα του που όδευε προς την τελευταία του κατοικία, ο Τζον Κένεντι Τζούνιορ ήταν το «αγαπημένο παιδί» ολόκληρης της Αμερικής. Ηταν ο επόμενος κρίκος στην αλυσίδα της σημαντικότερης πολιτικής οικογένειας των ΗΠΑ και, παρότι η μητέρα του, η Τζάκι Κένεντι -Ωνάση αργότερα-, τον μεγάλωσε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τα δημοσιογραφικά φλας (μετακομίζοντας από την Ουάσιγκτον στη Νέα Υόρκη, μεταξύ άλλων), ήταν και ένας καλοζωισμένος celebrity που εξελίχθηκε σε έναν γοητευτικότατο άντρα, όταν η Αμερική τον ξανασυνάντησε την περίοδο που έμπαινε στο πανεπιστήμιο. Αν ο JFK και τα αδέλφια του είχαν επαναπροσδιορίσει τη σχέση του Λευκού Οίκου με τα media, εισάγοντας τις ΗΠΑ σε μια νέα, ελεύθερη και χαρούμενη εποχή, μακρινή από την καχυποψία του μακαρθισμού και τη μουντίλα της ασπρόμαυρης τηλεόρασης, ο Τζον Τζον προσγειώθηκε στην ποπ δεκαετία του ’80, με τα πλούσια κυματιστά μαλλιά που κληρονόμησε από τη μητέρα του, το θελκτικό σαγόνι που πήρε από τον πατέρα του, το μόνιμο μαύρισμα της ευζωίας, ένας γόης με το πολιτικό κύρος ενός Κένεντι και την ομορφιά ενός αστέρα του Χόλιγουντ. Ξαφνικά, τα κορίτσια σταμάτησαν να κολλάνε στους τοίχους των υπνοδωματίων τους αφίσες του Τζον Τέιλορ των Duran Duran, του Τομ Κρουζ και του Ραλφ Μάτσιο και άρχισαν να κυνηγούν τα εξώφυλλα του People και του US Weekly (το πρώτο τού απένειμε και τον τίτλο του «πιο σέξι άντρα στη Γη» το 1988). Ο Τζον Τζον ήταν παιδί των media, όσο και αν η μητέρα του δεν ήθελε καν να ακούει αυτήν τη λέξη. Ακόμη και το χαϊδευτικό του, αυτό με το οποίο τον έμαθε όλος ο κόσμος και το δανείστηκε μέχρι και η Bibi-Bo για τον σύντροφό της, ήταν αποτέλεσμα παρεξήγησης στο μυαλό ενός δημοσιογράφου. Λίγες ημέρες πριν από τη δολοφονία του, ο JFK φώναξε δύο συνεχόμενες φορές στον μικρό Τζον που δεν τον άκουγε, καθώς έπαιζε στο γραφείο του στον Λευκό Οίκο, και ένας ρεπόρτερ εξήλθε ενθουσιασμένος με την ανακάλυψη πως το «Τζον Τζον» ήταν το υποκοριστικό του διαδόχου του αμερικανικού θρόνου.

Kαι όμως, ο Τζον Κένεντι Τζούνιορ δεν ήταν ένας τυπικός Κένεντι. Μπορεί να απόλαυσε και εκείνος τη συντροφιά μιας ατελείωτης λίστας καλλονών που περιείχε ονόματα μοντέλων (Ασλεϊ Ρίτσαρντσον, Οντρα Αβιζίενις, Σίντι Κρόφορντ) και ηθοποιών (Μπρουκ Σιλντς, Σάρα Τζέσικα Πάρκερ, Ντάριλ Χάνα), μέχρι και της Μαντόνα, αλλά δεν μπλέχτηκε ποτέ σε κανένα σκάνδαλο μαζί τους. Δεν σνίφαρε κόκα στις βίλες τους στο Μαλιμπού, δεν τράκαρε μεθυσμένος στέλνοντάς τες στο νοσοκομείο ή κάπου πολύ χειρότερα, δεν την έπεσε στην υπηρέτριά τους. Ηταν περισσότερο αριστοκρατικός, περισσότερο σεμνός, περισσότερο συνεσταλμένος, περισσότερο Τζάκι παρά Τζακ. Εκτιμούσε την ιδιωτικότητα, φρόντιζε να κρατάει μυστικά τα… μυστικά του και να ταΐζει την εικονοβόρο Αμερική με εύκολο εντυπωσιασμό, κάνοντας τζόγκινγκ χωρίς Τ-shirt στο Central Park, συντρώγοντας με κάποια επιλογή από την παραπάνω λίστα στα πιο καλά εστιατόρια του Μανχάταν και επιλέγοντας ταξίδια στη μακρινή Ινδία και εύπεπτες φιλανθρωπίες, ώστε να την κρατάει πάντα χορτασμένη και μακριά από την πραγματικά προσωπική του ζωή.

O Τζον Κένεντι Τζούνιορ βρήκε στην προσωπικότητα της Καρολίν Μπεσέτ όλα όσα λάτρευε στη μητέρα του. Αλλά η σύζυγός του ήταν μια μοιραία γυναίκα, που θα οδηγούσε κι εκείνον στην καταστροφή.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, ακόμη και οι γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του δεν ήταν από τις διάσημες που ευδοκιμούσαν στον κύκλο του και περιστασιακά στο κρεβάτι του. Με εξαίρεση την Ντάριλ Χάνα, που έμεινε μαζί του αρκετό καιρό, οι υπόλοιπες celebrities της «λίστας Τζον Τζον» ήταν σύντομα φλερτ, που απλώς έφτιαχναν ωραίους τίτλους στα κουτσομπολίστικα έντυπα. Και συνήθως ήταν εκείνες που τον κυνηγούσαν. Ο Τζον Τζον, αντιθέτως, προτιμούσε τα κορίτσια της καλής κοινωνίας, τη Σάλι Μανρό, την Κριστίνα Χαάγκ και, τελικά, την Κάρολιν Μπεσέτ που, αν τη γνώριζε η Τζάκι (πέθανε το 1994, περίπου ένα χρόνο πριν ο Τζον ερωτευτεί τη μετέπειτα σύζυγό του), δύο τινά θα μπορούσαν να συμβούν: είτε θα ενθουσιαζόταν είτε θα φρίκαρε. Για τους ίδιους λόγους. Γιατί η Κάρολιν, πίσω από την ξανθή κόμη και το έντονο σμαραγδένιο βλέμμα, που δεν θύμιζε σε τίποτα τη μελαχρινή διακριτικότητα της Τζάκι, ήταν σχεδόν ίδια σε όλα τα άλλα: στο εξαιρετικό γούστο απέναντι σε οτιδήποτε σήμαινε στυλ, στις σπάνιες γνώσεις επί παντός επιστητού και, βέβαια, στο εκρηκτικό μείγμα αποφασιστικότητας και αυστηρής επιβολής. Σε όσους αναρωτιούνται ακόμη, δέκα χρόνια μετά το αεροπορικό δυστύχημα που στοίχισε τη ζωή και των δύο, πώς κατάφερε η Κάρολιν να «δέσει» έτσι τον ορκισμένο εργένη Τζον, η απάντηση εντελώς ειρωνικά -και με το κατάλληλο δάνειο από ένα ειλικρινές λαϊκό άσμα- είναι το απλό: του θύμιζε τη μάνα του…

Οι εξορκισμοί της Τζάκι

Η Ζακλίν Μπουβιέ Κένεντι Ωνάση μπορεί να μην έζησε για να εγκρίνει ή να απορρίψει το πάθος του γιου της για την Κάρολιν Μπεσέτ, είχε όμως καταστήσει σαφείς τις επιθυμίες της στον Τζον Τζούνιορ για τουλάχιστον τρία άλλα θέματα που σημάδεψαν τη ζωή του μετά το θάνατό της: την πολιτική, τη δημοσιογραφία, τα αεροπλάνα. Του είχε πει και στα τρία όχι. Το αποτέλεσμα ήταν να μπερδέψει τα δύο πρώτα στο σέικερ του George και να δημιουργήσει κάτι μοναδικό στον παγκόσμιο Τύπο. Και να καταπιαστεί με το τρίτο εν είδει σκανδαλιάς. Οι πτήσεις έγιναν για τον Τζον Τζον ένα απαγορευμένο πάθος, αρχικά, που μπόρεσε να καλλιεργήσει στο φως μόνο μετά το θάνατο της μητέρας του. Βιαστικά, για να καλύψει το χαμένο έδαφος. Τόσο βιαστικά, που τελικά τον οδήγησαν και στον δικό του θάνατο. Ομως, ας βάλουμε μια τάξη σε όλες αυτές τις απαγορεύσεις και στο χρώμα που άπλωσαν πάνω στον πολυσύνθετο πίνακα που ήταν τελικά ο Τζον Κένεντι Τζούνιορ…

O Τζον Κένεντι Τζούνιορ χαιρετίζει στρατιωτικά το φέρετρο του πατέρα του.

Μετά και τη δολοφονία του Ρόμπερτ Κένεντι, τον Ιούνιο του 1968, και το καταλυτικό για τις πολιτικές φιλοδοξίες του Τεντ Κένεντι δυστύχημα στο Τσαπακουίντικ ένα χρόνο αργότερα, το δαχτυλίδι της διαδοχής του JFK έπρεπε να περάσει στην επόμενη γενιά. Για την Τζάκι, το δαχτυλίδι που κρατούσε στα χέρια του ο κουνιάδος της, γυρεύοντας να το φορέσει σε κάποιο από τα δύο παιδιά της, την πρωτότοκη Καρολάιν ή τον Τζον Τζον, μόλις ενηλικιώνονταν, έμοιαζε πιο εφιαλτικό και από εκείνο που προσπαθούσε να καταστρέψει το χόμπιτ στη σάγκα του Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν. Ενα δαχτυλίδι που έκρυβε μέσα του την απαράμιλλη λάμψη του ονόματος Κένεντι και την πολιτική ισχύ που κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές της δυναστείας, αλλά κυρίως τους δαίμονες δύο δολοφονιών που θα αμφισβητούσαν για πάντα την πολιτική αθωότητα των ΗΠΑ και τους σκοτεινούς μάγους που είχαν συνάψει ακατονόμαστες συμφωνίες στο παρασκήνιο. Αντιστάθηκε στην οικογενειακή επιταγή που κόμιζε ο Τεντ, φόρεσε στα παιδιά της τον προστατευτικό χιτώνα των ξωτικών -αν επιμείνουμε στην ορολογία του Τόλκιν- και κράτησε από την κληρονομιά των Κένεντι μονάχα τη noblesse oblige (δανείζομαι τον όρο από μια υπέροχη νεκρολογία που έγραψε για τον Τζον Κένεντι Τζούνιορ ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Κρίστοφερ Χίτσενς), τον κώδικα συμπεριφοράς δηλαδή που στο μυαλό της συνήδε με την υψηλότατη θέση τους στην αμερικανική κοινωνία. Οταν ο Τζον Τζον, επηρεασμένος από τον πρώτο του έρωτα, τη Σάλι Μανρό, επέλεγε το Μπράουν αντί του Χάρβαρντ, όπου παραδοσιακά φοιτούσαν οι Κένεντι, η Τζάκι υπήρξε μεν επιπληκτική, αλλά δεν του χάλασε το χατίρι – προφανώς ικανοποιημένη που έβλεπε πως ο γιος της ελάχιστα νοιαζόταν να ακολουθήσει τον καλοστρωμένο δρόμο της οικογένειας προς τη Γερουσία ή τον Λευκό Οίκο.

Στο Μπράουν ο Τζον Τζον σπούδασε Ιστορία και το 1986 μπήκε στη Νομική Σχολή της Νέας Υόρκης, όχι όμως για να ικανοποιήσει όσους είδαν σε αυτή την κίνηση τον πρόλογο μιας πολιτικής καριέρας, αλλά για να εξασκήσει όντως το νομικό επάγγελμα – γιατί αυτό ήταν που ήθελε η μητέρα του. Δούλεψε ως βοηθός εισαγγελέας μέχρι που πέθανε η Τζάκι, το 1994, και αμέσως μετά άρχισε τα πλάνα του για μια νέα ζωή. Ηταν πια αρκετά μεγάλος για να γίνει ηθοποιός, που ήταν και το εφηβικό όνειρό του (και είχε, φυσικά, και αυτό συναντήσει την αντίσταση της μητέρας του, παρά τις καλές εντυπώσεις που είχαν αφήσει οι εμφανίσεις του στα φοιτητικά θεατρικά δρώμενα), αλλά τουλάχιστον μπορούσε πια να αρχίσει ανενόχλητος τις πτήσεις με μικρά ιδιωτικά αεροπλάνα. Αν ήταν ένα πράγμα που η Τζάκι μισούσε περισσότερο και από την πολιτική και προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κρατήσει μακριά από τα ενδιαφέροντα του Τζον Τζον, αυτό ήταν τα αεροπλάνα. Ο πρώτος Κένεντι που σκοτώθηκε ήταν ο Τζο, μεγαλύτερος αδελφός του JFK, σε ένα βομβαρδιστικό κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μια αδελφή του JFK, η Καθλίν, είχε επίσης χάσει τη ζωή της σε αεροπορικό δυστύχημα. Και, βέβαια, υπήρχε και ένα ακόμη συμβάν, που παρ’ ολίγον να στοιχίσει τη ζωή και στον Τεντ Κένεντι. Μετά τη δολοφονία του συζύγου της, η Τζάκι -παρά την τεράστια αυτοκυριαρχία που επέδειξε- άρχισε να αποκτά ιδιότητες ενός ήρωα αρχαίου δράματος. Εμοιαζε περισσότερο με τον μάντη κακών που προοικονομεί τα πάντα, αλλά κανείς δεν τον ακούει. Και για την ιστορία των Κένεντι, η ύβρις και η νέμεσις είναι θεμελιώδη στοιχεία. Η ύβρις του Τζον Κένεντι Τζούνιορ ήταν ότι κρατούσε μέσα του όλες τις χάρες που έκανε στη μητέρα του, που τόσο αγαπούσε, για να τις θυμηθεί αμέσως μετά το θάνατό της.
Με τη δημοσιογραφία, βέβαια, η Τζάκι δεν είχε και τόσο μεγάλο πρόβλημα. Εξάλλου, ήταν το επάγγελμα που ο σύζυγός της ήθελε να ακολουθήσει πριν τον γνωρίσει – πίσω, στα χρόνια της αθωότητας, πίσω στα χρόνια που ο μεγάλος του αδελφός ήταν ακόμα εν ζωή και άρα θα αναλάμβανε εκείνος να εξαργυρώσει την πατρική επιταγή της κατάκτησης του Λευκού Οίκου. Πιο πολύ ενοχλούσε την Τζάκι η ιδέα του George. Εχοντας συγχρωτισθεί -και ανεχθεί- τους ανθρώπους του Τύπου τόσα χρόνια, ήξερε πως το να γίνει κάποιος εκδότης προδιέθετε ιδιότητες που ο γιος της μάλλον δεν διέθετε. Γιατί μπορεί ο Τζον Τζον να είχε φοβερό ταλέντο στις δημόσιες σχέσεις -υπήρξε εξάλλου ανέκαθεν «το αγαπημένο παιδί» της Αμερικής, όπως έγραψα και πιο πάνω-, είχε αρκετές γνώσεις ιστορίας, νομικών και πολιτικής και μια κάποια ικανότητα στη γραφή (παρά τη δυσλεξία του και μια διαταραχή στην προσοχή, από τα οποία υπέφερε), αλλά του ήταν αδύνατον να ασχοληθεί με τα οικονομικά ή -ακόμη περισσότερο- να προβεί στις πολλές φορές απαιτούμενες κάτω από το τραπέζι αθέμιτες κινήσεις. Για άλλη μια φορά η Τζάκι θα αποδεικνυόταν μάντης κακών. Οταν ο Τζον Τζον σκοτώθηκε, το 1999, το George έχανε ήδη 10 εκατ. δολάρια το χρόνο – και τα άσχημα νέα είχαν αρχίσει να έρχονται ήδη από το 1997, δύο χρόνια μετά το πρώτο του τεύχος.

George, όπως Τζορτζ Ουάσιγκτον

Το George δεν έμοιαζε σε τίποτα με τα εβδομαδιαία περιοδικά σαν το Time ή το Newsweek, ούτε με τα υπόλοιπα, ιστορικά πολιτικά περιοδικά των ΗΠΑ. Το όραμα του Τζον Κένεντι Τζούνιορ και του Μάικλ Μπέρμαν δεν ήταν τόσο να επηρεάσουν τα πολιτικά πράγματα, όσο το να φέρουν την πολιτική μέσα σε κάθε σπίτι. Πίστευαν ότι η ποπ κουλτούρα επηρεάζει την πολιτική και ότι τα δυο τους δεν έπρεπε να μένουν ξέχωρα στις σελίδες ενός περιοδικού. Και αυτό προδιέθετε μια έκδοση-υπερπαραγωγή, με ακριβές φωτογραφίσεις διασήμων, ταξίδια για μεγάλα ρεπορτάζ, ακριβές πένες και, βέβαια, λαμπερά εξώφυλλα, πολύ καλό χαρτί, ύλη που απλωνόταν σε εκατοντάδες σελίδες, μια έκδοση που θα ανταγωνιζόταν ιστορικούς τίτλους σαν το Vanity Fair και το Esquire. Το περιοδικό ξεκίνησε ως διμηνιαίο το Σεπτέμβριο του 1995, ενάμιση χρόνο μετά το θάνατο της Τζάκι, αλλά, έπειτα από δύο μόλις τεύχη -χάρη στην ενθουσιώδη υποδοχή του από το κοινό και τους διαφημιζόμενους, που ήθελαν λίγη από τη λάμψη των Κένεντι- έγινε μηνιαίο. Στο πρώτο εξώφυλλο, το κάποτε φλερτ του Τζον Τζον, η Σίντι Κρόφορντ, πόζαρε ως Τζορτζ Ουάσιγκτον – πρώτος πρόεδρος των ΗΠΑ, που είχε δανείσει και το όνομά του στο έντυπο. Μια καλλονή που υποδυόταν έναν πολιτικό θρύλο: Οι προθέσεις των Μπέρμαν και Κένεντι (και των εκδόσεων Hachette-Filipacchi, στις οποίες ανήκε μισό-μισό το έντυπο, μαζί με την οικογένεια Κένεντι) ήταν σαφείς. Και ξεφυλλίζοντας το τεύχος, ο αναγνώστης επιβεβαίωνε σε κάθε θέμα αυτό που του έλεγε το εξώφυλλο: celebrities που μιλούσαν ελαφρά για την πολιτική, πολιτικοί που μιλούσαν (ή σχολιάζονταν από τους συντάκτες) περισσότερο για το πώς ντύνονταν παρά για το πώς πολιτεύονταν, κοσμικά πάρτι, πολύς χαβαλές και άπειρα περιοδικίστικα ευρήματα του τύπου «πώς θα ήταν οι ΗΠΑ, αν κυβερνούσε η Μαντόνα».
Ο υπόλοιπος Τύπος, βέβαια, σνόμπαρε το πόνημα των Μπέρμαν και Κένεντι. Οι πολιτικές του αναλύσεις ήταν μάλλον ελαφρές και το όλο περιτύλιγμα μάλλον υπερβολικό. Οι Ρόμπερτ ντε Νίρο, Τσαρλς Μπάρκλεϊ, Ζιζέλ, Τζορτζ Κλούνι, Σον Πεν που περνούσαν, μεταξύ άλλων, από τα εξώφυλλα του George μπορεί να έθελγαν 400.000 αγοραστές που ζούσαν στην Αμερική του Κλίντον και της Μόνικα Λιουίνσκι (τέτοιο περιοδικό δεν θα μπορούσε να βρει πιο ιδανικό πρόεδρο για να ευδοκιμήσει στη θητεία του), αλλά σταδιακά σταμάτησαν να κάνουν εντύπωση σε αυτούς που ήλεγχαν τη διαφημιστική πίτα. Ο Μπέρμαν πουλούσε τη σελίδα περί τα 30.000 δολάρια, αλλά, ενώ το περιοδικό χρειαζόταν έναν μέσο όρο πάνω από 50 διαφημίσεις ανά τεύχος για να είναι βιώσιμο, σύντομα δεν κατάφερνε να μαζεύει περισσότερες από 35…

Η πτώση στο βυθό

Η πρώτη επαφή του Τζον Τζον με τον Τύπο ήταν αυτή η φωτογραφία που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Time το 1962 και τον δείχνει να παίζει κάτω από το γραφείο του Προέδρου.

Το δυστύχημα που πήρε τη ζωή του Τζον Κένεντι Τζούνιορ, της Κάρολιν Μπεσέτ και της αδελφής της, Λόρεν, τον Ιούλιο του 1999, ήταν συμβολικό της πορείας του πιλότου. Απογειώθηκε νύχτα, σε ένα θολό σκηνικό, σαν τα παιδικά του χρόνια μετά τη δολοφονία του πατέρα του. Εφτασε ψηλά, βρήκε την πορεία του, όμως ο Τζον Τζον ήξερε πια τι ήθελε όταν έφυγε από τη ζωή η Τζάκι και όλοι της οι περιορισμοί, αλλά ξαφνικά κατέληξε στο βυθό. Για λόγους που δεν μπορούσε να υπολογίσει. Και μάλλον ούτε και να αντιμετωπίσει.

Περίπου χίλιες ημέρες μετά το γάμο του με την Κάρολιν, η ζωή του είχε πιάσει όντως πάτο. «Θέλω να κάνω παιδιά, αλλά, όποτε το συζητώ μαζί της, γυρίζει από την άλλη και αρνείται να κάνει σεξ μαζί μου», εκμυστηρευόταν σε έναν καλό του φίλο τον Ιούλιο του 1999, δύο μόλις ημέρες πριν από το μοιραίο δυστύχημα. Ο Τζον Τζον ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι ενός δωματίου του ξενοδοχείου Stanhope, στην 5η λεωφόρο, απέναντι από το Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης, με εκτυπωμένες σελίδες από το επόμενο τεύχος που ετοιμαζόταν στα γραφεία του George λίγα τετράγωνα πιο πέρα ριγμένες στο πάτωμα, σαν το άτακτο πλάνο μιας ζωής που ήταν πια συντρίμμια. Η κατάσταση χειροτέρευε όλο και περισσότερο τα τελευταία δύο χρόνια, από τότε που η Κάρολιν άρχισε να παρουσιάζει τα συμπτώματα παράνοιας. Και τις τελευταίες ημέρες, μετά τις αποτυχημένες του προσπάθειες να αναθερμάνει τη σχέση τους με ταξίδια σε εξωτικούς προορισμούς και κυρίως έπειτα από έναν καβγά στο γραφείο του συμβούλου γάμου, στον οποίο την έπεισε να καταφύγουν, όταν εκείνος τους έθεσε χωρίς περιστροφή το θέμα των ναρκωτικών, η Κάρολιν αποφάσισε να μην κοιμάται καν μαζί του στο ίδιο κρεβάτι.
Ταπεινωμένος ο Τζον μετακόμισε από το ρετιρέ τους στην οδό Νορθ Μουρ και βρήκε καταφύγιο στο Stanhope, μετατρέποντας το δωμάτιό του σε ησυχαστήριο και διευθυντήριο, ταυτόχρονα, του George. Ενα ήσυχο γραφείο περιοδικού – μακριά από τους συντάκτες και το ατελιέ του; Μια μάλλον αντιφατική έννοια. Εκτός από το γάμο του, τα πάντα ήταν εκτός ελέγχου και στη δουλειά του. Είχε περάσει περίπου ένας χρόνος από τότε που η Κάρολιν κατάφερε τελικά να δηλητηριάσει τη σχέση του με τον Μπέρμαν και να ωθήσει τον τελευταίο σε αποχώρηση. Το George ήταν πια ένα ακυβέρνητο αεροπλάνο και αυτός που θα έπρεπε να το πιλοτάρει δεν βρισκόταν καν κοντά στο πιλοτήριο.
Ο Τζον Κένεντι Τζούνιορ είχε τελικά αποδειχτεί ανίκανος να διαχειριστεί ταυτόχρονα όλα αυτά που ήθελε να κάνει στη ζωή του. Ο προστατευτισμός της μητέρας του τον κρατούσε μέχρι το 1994 σε μια ευθεία, με τα «πρέπει» και τα «μη» της, αλλά από κει και ύστερα, ο οργανισμός του δεν μπορούσε πια να χορτάσει με τις συνήθεις εκκρίσεις αδρεναλίνης που του προσέφεραν τα αγαπημένα του σπορ, ενώ το ζιγκ ζαγκ του από τη μια απόλαυση στην άλλη τον ζάλισε περισσότερο από όσο έπρεπε. Οσο rollerblading και αν έκανε στο Central Park, όσο και αν έφευγε για καγιάκ και ραπέλ τα Σαββατοκύριακα, για σκι το χειμώνα, ήθελε κι άλλα: πάρτι με celebrities, καριέρα, έρωτα. Τον τελευταίο τον βρήκε στο πλευρό μιας εκρηκτικής προσωπικότητας που ανέβαζε ακόμη περισσότερο την αδρεναλίνη στη ζωή του. Σε βαθμό δηλητηριασμού. Τελικά, από όλα αυτά, πέντε χρόνια μετά το θάνατο της Τζάκι, το μόνο που συνέχιζε να του προσφέρει ικανοποίηση ήταν αυτό που είχε και πριν: τα σπορ.
Το George, παρότι είχε κάνει αίσθηση ως κάτι πρωτότυπο (υπήρξε ο προπάτορας επιτυχημένων projects όπως το δημοφιλέστατο «The Daily Show» του Τζον Στιούαρτ στην αμερικανική τηλεόραση) έχανε συνέχεια διαφημίσεις και η Hachette-Filipacchi δεν έδειχνε πια διατεθειμένη να χρηματοδοτεί τις ακριβές του ιδέες, τα πάρτι τον κούραζαν όλο και περισσότερο και η Κάρολιν τον απατούσε, τον χτυπούσε, τον απέρριπτε ως πατέρα των παιδιών της. Του έμεναν μόνο τα extreme sports. Και τον Ιούλιο του 1999 δεν είχε ούτε καν αυτά. Ενα ατύχημα στο parasailing (αλεξίπτωτο που σύρεται από ένα ταχύπλοο σκάφος) τον είχε αφήσει με το αριστερό πόδι στο γύψο για σχεδόν ενάμιση μήνα. Οταν ανέβαινε στο Piper Saratoga του για να πετάξει με την Κάρολιν και τη Λόρεν προς το γάμο της ξαδέλφης του Ρόρι, πονούσε ακόμα.
Ο Φιντέλ Κάστρο άφησε το περιοδικό με το πρόσωπο του Τζον Κένεντι Τζούνιορ στο γραφείο του και σηκώθηκε για να έχει καλύτερη θέα του κλειστού κόλπου στην καρδιά της Αβάνας. Τον είχε συμπαθήσει τον πιτσιρικά. Στα δύο χρόνια που είχαν περάσει από την επίσκεψή του, φρόντιζε πάντα να λαμβάνει το τελευταίο τεύχος του George, ίσως επειδή περίμενε να δει δημοσιευμένη τη συνέντευξη που του είχε πάρει ο Τζον Κένεντι Τζούνιορ, ίσως επειδή απλώς του άρεσε το περιοδικό. Αυτό που άφηνε τώρα πάνω στο γραφείο του, το τεύχος με το πρόσωπο του νεκρού πια ιδρυτή του στο εξώφυλλο και τη νεκρολογία του στα περιεχόμενα, θα ήταν το τελευταίο που θα έφτανε στο μέγαρο του Κάστρο. Τα media δεν θα είχαν πολλές ακόμη αφορμές για να ασχοληθούν με τους Κένεντι στο μέλλον. Δέκα χρόνια μετά, με το θάνατο και του Τεντ, ίσως φτάσαμε στα τελευταία μεγάλα αφιερώματα για τη δυναστεία. Ο Κουβανός ηγέτης κούμπωσε τη στολή του, γύρισε προς το γραφείο του, άνοιξε τον υγραντήρα των πούρων, έβγαλε ένα από Cohiba Corona Especial και το άφησε δίπλα στον Τζον Τζον. Μετά βγήκε από την πόρτα απ’ όπου κάποτε είχε εξαφανιστεί ο γιος τού κάποτε μεγαλύτερου αντιπάλου του.
(Δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο περιοδικό GK, τον Οκτώβριο του 2009)
No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: