Skip to content

Αγάπη μου, μήπως ήλθε η ώρα να κάνεις μια ανόρθωση στήθους;

20/06/2011

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα ζουμερό ζευγάρι βυζιά. Περήφανο ξεχείλιζε από προσεκτικά διαλεγμένα μπλουζάκια, ομηρική σειρήνα που τραβούσε γύρω από την ιδιοκτήτριά του πλήθος μνηστήρων. Ατίθασο χοροπηδούσε σε χορευτικές φιγούρες κάποιες μεθυσμένες νύκτες στα κλαμπ της παραλιακής, τεμπέλικο διέγραφε «σημαδάκι από μαγιώ» τα πιο καυτά απομεσήμερα του καλοκαιριού στον Αστέρα και τις Μυκόνους, αγχωμένο ασφυκτιούσε μέσα στο ψηλά κουμπωμένο πουκάμισο που επέβαλε το dress code της εταιρείας. Σε όλες τις εμφανίσεις του πάντως τραβούσε τα βλέμματα του αντρικού πληθυσμού και έδινε έναν παραπάνω λόγο στους ιππότες με τα λευκά άλογα να επιχειρήσουν το βήμα της προσέγγισης. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με το αν οι σκοποί των εν λόγω ιπποτών ήταν τίμιοι ή ποταποί ή αν η κάτοχος του εν λόγω ζεύγους ήταν ρομαντική ή ολίγον πουτανάκι. Δεν θα μας απασχολήσει, δηλαδή, αν το διαρκώς διευρυνόμενο παλμαρέ της σε ερωτικούς συντρόφους βασιζόταν σε ατυχείς, παραπλανημένες επιλογές ή σε συνειδητή επιδίωξη. Θα μείνουμε μόνο στο ότι ο βασικός λόγος για τη δυνατότητά της να έχει ένα τέτοιο παλμαρέ ήταν αυτό το φοβερό και τρομερό ζευγάρι βυζιά.
Ο πραγματικός ήρωας του παραμυθιού μας, όμως, ήταν ένας εκ των ιπποτών, ένας εκτιμητής του φυσικού στήθους, που παρακολουθούσε τις επιδόσεις του συγκεκριμένου ζεύγους μέσα στο χρόνια υπομονετικά –και ίσως ολίγον άτολμα-, περίμενοντας τη σειρά του για να το προσεγγίσει. Και τα χρόνια περνούσαν: Τα κλαμπ της παραλίας έγιναν indie μπαρ στην Καρύτση, η Μύκονος έγινε Αντίπαρος και μετά Ανάφη, οι σταγόνες από κοκτέιλ συνέχιζαν να λερώνουν τα προτεταμένα μπλουζάκια της –απλά κάποτε ήταν από pina colada, τώρα από apple martini. Εκείνος, όμως, πάντοτε είχε την ίδια φαντασίωση: Πότε θα καθάριζε με μια βρεγμένη πετσέτα τον λεκέ, «να μην ποτίσει». Με τα χρόνια, βέβαια, λάτρης καθώς ήταν του στήθους, ορμούσε και κατακτούσε διάφορα υψώματα, αλλά ήταν το συγκεκριμένο ζεύγος του παραμυθιού μας, το πιο πελώριο και πιο φουσκωτό απ’ όλα, που τον στοίχειωνε. Δεν θα ησύχαζε αν δεν κάρφωνε μια μέρα την σημαία του κι εκεί…
Θά ‘χε περάσει και μιάμιση δεκαετία από την πρώτη τους συνάντηση, όταν τελικά βρέθηκαν σ’ ένα δωμάτιο μόνοι, με τα στόματά τους κολλημένα το ένα στο άλλο και τα χέρια τους να πασπατεύουν με απληστία. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο τελικά. Ο ιππότης θα μπορούσε να είχε καλπάσει προς τον στόχο του νωρίτερα –κι εκείνη θα μπορούσε να τού είχε δείξει πως τον γούσταρε μ’ ένα σημάδι παραπάνω από το σύνηθες ντεκολτέ –αυτό που ούτως ή άλλως έβλεπαν όλοι. Ήταν απλώς θέμα timing; Ήταν ζήτημα προηγούμενων προτεραιοτήτων; Ήταν εν τέλει πεπρωμένο να γίνει έτσι, για να διδάξει στον ήρωά μας ένα μάθημα και να έχουμε τώρα εμείς ένα ωραίο θέμα προς συζήτησιν; Μικρή σημασία έχει. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι πως σ’ εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο παίχτηκε ένα δράμα που και στους δύο άφησε τελικά μια τραυματική εμπειρία. Πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν εκπληρωνόταν το απωθημένο όταν ήταν ακόμη στα 25 τους και δεν έφταναν ως τα 40 για να το τολμήσουν… Γιατί εκεί, στο ημίφως μιας τηλεόρασης που έπαιζε MTV χωρίς ήχο, με τη ζαλάδα από το ένα παραπάνω ποτό που είχαν καταναλώσει πριν φθάσουν ως το σπίτι του (εκείνης είχε πάλι στάξει στο μπλουζάκι, δίνοντάς του αφορμή να της προτείνει επιτέλους αυτό που πάντα φαντασιωνόταν), όταν τα χέρια της δίπλωσαν πίσω από την πλάτη της και ξεκούμπωσαν τον στηθόδεσμο κι εκείνος τον τράβηξε με λαχτάρα για να ορμήξει στο αιώνιο αντικείμενο του πόθου του, εκεί λοιπόν επήλθε με τον χειρότερο τρόπο και για τους δύο η συνειδητοποίηση πως «τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται».

Το περήφανο στήθος που πρωταγωνιστούσε τόση ώρα στο παραμύθι μας και στην φαντασία του ήρωά μας δεν ήταν πια ζευγάρι, αλλά δυο ξεχωριστά βυζιά που κατρακύλησαν το ένα προς την αριστερή και τ’ άλλο προς την δεξιά μασχάλη της κατόχου, δύο χαλαρές μάζες που –χωρίς υποστήριξη- έπαιρναν τη θέση που τους υποδείκνυε η βαρύτητα. Η βαρύτητα που –παρέα με την δυσάρεστη έκπληξη από τις υποσχέσεις ετών που δεν εκπληρώθηκαν- εξαφάνισε και την όποια ανύψωση είχε στο ηθικό του ο «ιππότης» εκείνη την στιγμή. Η αμηχανία διήρκεσε για λίγο, τελικά εκείνη πήρε την πρωτοβουλία ν’ αποχωρήσει, αλλά ταπεινωμένοι αισθάνονταν και οι δυο. Όλα ήταν αποτέλεσμα ενός στήθους που κάποτε ήταν σχεδόν τέλειο, αλλά που τώρα πια ήταν απλώς ένα ψέμμα.

Μυστικά και ψέμματα

Παρόμοια παραμύθια υπάρχουν πολλά. Στην ουσία, το παραπάνω είναι μια συρραφή από αφηγήσεις που όλοι οι άντρες έχουμε κάποια στιγμή κάνει στην παρέα μας, περιγράφοντας, άλλοτε αυτοσαρκαζόμενοι κι άλλοτε με δέος, το πώς πέσαμε στην παγίδα ενός φαινομενικά υπέροχου στήθους. Με τα χρόνια, είναι η αλήθεια, πως τα αρσενικά εκπαιδεύονται ν’ αποφεύγουν τις κακοτοπιές και να διακρίνουν τα σημάδια που υπονοούν ότι κάτι δεν πάει καλά κάτω απ’ το τιραντάκι. Επίσης όμως με τα χρόνια, ο κύκλος μας γερνάει και η προσφορά απατηλών καμπυλών γίνεται όλο και πιο μεγάλη. Κάποια στιγμή το σαφάρι της τελοιότητας καταντάει κουραστικό και έρχεται η μοιραία κίνηση. Τα πράγματα θα ήταν πιο εύκολα για εμάς, αν το παιχνίδι παιζόταν με πιο τίμια μέσα, αν απαγορεύονταν οι παγίδες, ας πούμε. Αλλά από την άλλην, δεν μπορείς να απαιτήσεις ξαφνικά από τον γυναικείο πληθυσμό να κάψει τα σουτιέν του…
Δεν είναι όλοι οι άντρες κυνηγοί στήθους. Υπάρχουν άλλοι που έχουν εμμονή με τους κώλους, άλλοι με τα μάτια, κ.ο.κ. Όλοι όμως έχουν κάτι που τους ανάβει περισσότερο. Πιτσιρικάς ξεκίνησα απ’ την «εύκολη» αγάπη για τα όμορφα πρόσωπα, μεγαλώνοντας πέρασα διαδοχικά από τις γάμπες στα οπίσθια και κάπου στο τέλος της τρίτης μου δεκαετίας άρχισα να μπλέκομαι με το πιο δύσκολο σπορ απ’ όλα: το στήθος. Είναι κάπως δύσκολο να περιγράψεις τον μέσο φανατικό του ντεκολτέ, αλλά οι περισσότεροι ανήκουμε στην ίδια κατηγορία, η οποία διέπεται πάνω κάτω από τους εξής βασικούς κανόνες: Να είναι φυσικό, στητό, καλοσχηματισμένο και να έχει cup size απο C και επάνω. Οι πιουρίστες σταματάμε στο DD, αλλά υπάρχουν κι αρκετοί που δεν θέτουν κανέναν περιορισμό –ακόμη κι αν πρέπει να συμβιβαστούν με ένα «γεμάτο» υπόλοιπο σώμα. Υπάρχουν κι άλλες υποκατηγορίες, αρκετά ενδιαφέρουσες και με αξιόλογο πληθυσμό: Είναι αυτοί που δεν έχουν απολύτως κανένα πρόβλημα με την σιλικόνη, είναι αυτοί που δεν ενοχλούνται από τα προβλήματα με τη βαρύτητα και επικεντρώνουν μόνο στο μέγεθος, είναι κι αυτοί που συγκινούνται πάνω απ’ όλα από το σχήμα και τη διάμετρο της θηλής.
Αρκετά όμως με το μάθημα ανατομίας. Από όλα τα παραπάνω πρέπει απλά να κρατήσουμε το εξής: Ο κάθε άντρας έχει κόλλημα και με κάτι. Για κάθε είδος οπισθίων, ποδιών, στήθους υπάρχει κάποιος εκεί έξω με όρεξη να το αποθεώσει, να το κυνηγήσει, να αλλάξει ολόκληρη την ζωή του για χάρη του (εντάξει, μετά θα την ξαναλλάξει για κάτι άλλο, πιθανότατα). Δεν λέω ότι εμείς τα αρσενικά δεν έχουμε τα δικά μας, πολλά και πολύ σημαντικά προβλήματα που κάνουν την αναμέτρηση με το άλλο φύλο ένα πολύ δύσκολο παιχνίδι ώρες ώρες. Αλλά τουλάχιστον σε αυτό είμαστε ξεκάθαροι. Ξέρουμε τι ψάχνουμε. Γιατί να πρέπει να κάνουμε έναν αγώνα μετ’ εμποδίων ανάμεσα σε χρωματιστούς φακούς επαφής, σε α λα Μπρίτζετ Τζόουνς καλσόν και σε χερτζιγκοβικά σουτιέν μέχρι να βρούμε επιτέλους αυτό που μας αρέσει; Θα καταφέρει να με ξεγελάσει μια γυναίκα με τεχνητά μέσα, αλλά αν τελικά το φθάσουμε ως εκεί που θέλω εγώ και βρεθούμε γυμνοί στο κρεββάτι, η απάτη θα με κάνει να εξαφανιστώ μακριά πριν καν ξημερώσει. Χαμένοι θα είμαστε και οι δύο στο τέλος. Και ξαναλέω: πόσο κρίμα είναι να κρύβεις τις ατέλειές σου, όταν υπάρχουν άντρες γύρω σου που σε θέλουν ακριβώς γι’ αυτές…

Επιστροφή στο μέλλον

Τώρα θα μπορούσε να ξεκινήσει ο μεγάλος καβγάς. Πως είμαστε υποκριτές και πως τελικά ψάχνουμε για γυναίκες που μοιάζουν μόνο με τα σεξουαλικά πρότυπα της τηλεόρασης και των περιοδικών: Για Ζιζέλ και Μπρούκλιν Ντέκερ, ή για Τζούλιες και Πετρούλες οι λιγότερο εκλεκτικοί. Σύμφωνοι, κανένας άντρας δεν θα έλεγε όχι στη Ζιζέλ (ούτε στην Τζούλια, εδώ που τα λέμε, ακόμη και τώρα…), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κυνηγάει μόνο τέτοιες, ειδικά επειδή τις χάζεψε σ’ ένα εξώφυλλο ή κάπου πολύ χειρότερα. Υπάρχουν κι εκείνοι που γουστάρουν γκόμενες τύπου Άγκνες Ντέιν. Δεν έχω γνωρίσει όμως ως τώρα κάποια γυναίκα που να έχει ξυρίσει το κεφάλι και να έχει κάνει ολική αφαίρεση στήθους για να της μοιάσει. Γιατί; Γιατί το τι είναι θηλυκό και το τι όχι είναι πάνω κάτω αντικειμενικό. Οι περισσότεροι άντρες προτιμούν την Ζιζέλ από την Άγκνες γιατί πολύ απλά είναι πιο θηλυκή. Αυτό δεν σημαίνει ότι μια γυναίκα με το στυλ της δεύτερης δεν θα βρει θαυμαστές ή ότι όλοι άντρες γουστάρουν μόνο την πρώτη. Τα πράγματα είναι τόσο απλά. Επίσης, έχουμε και κάποιου είδους γνώθι σ’ αυτόν. Με τις καράφλες μας, τις κοιλίτσες μας και τις τρίχες στην πλάτη, ποια Ζιζέλ και ποια Μπρούκλιν Ντέκερ να κυνηγήσουμε μωρέ;
Όπως εμείς δεν φοράμε κορσέ, λοιπόν, για να μετατρέψουμε τη μπάκα σε στήθος και να μοιάσουμε στον Σπύρο τον Μπουρνάζο (τον θρυλικό μποντιμπίλντερ της δεκαετίας του ‘80), ή δεν φουσκώνουμε με χαρτομάντηλα και κάλτσες (ελπίζω, δηλαδή, ότι δεν το κάνει κανείς…) τη βουβωνική χώρα α λα Έλβις, ζητάμε κι από εκείνες να κόψουν τα wonderbra και τα αβυσαλέα ντεκολτέ, αν η αλήθεια που κρύβουν είναι πολύ πιο δύσμοιρη απ’ αυτό που δείχνουν στην πρώτη ματιά. Ας ξεχωρίσουν οι πραγματικές Supervixens από τις fake, να ξέρουμε επιτέλους κι εμείς πού θα κινηθούμε. Κι αν μια κάποτε υποψήφια για ηρωίδα του Ρας Μάγιερ (του καλτ σκηνοθέτη των sexploitation movies των ‘60s και των ‘70s με την εμμονή στα μεγάλα στήθη) έχει συνηθίσει να τραβάει την προσοχή στη σχισμή του ντεκολτέ και δυσκολεύεται ν’ αλλάξει τακτική (και κοινό) τώρα που πέρασαν τα χρόνια και ο νόμος του Νεύτωνα γίνονται όλο και πιο αδίστακτος, θα κάνουμε μια παραχώρηση για χάρη της –δεν είμαστε τόσο απόλυτοι με τις εμμονές μας. Εξ άλλου, εδώ δεν μιλάμε πια για εξαπάτηση, αλλά για συντήρηση. Άντε να μάθει στα σαράντα της πώς να προβάλει τα μάτια της, όταν τόσα χρόνια είχε μάθει να στέλνει όλα τα βλέμματα κάτω απ’ το πρόσωπο… Ακόμη κι εμείς οι πιουρίστες του φυσικού, σφριγηλού, «γεμάτου C» στήθους θα δεχόμασταν μια επίσκεψη στον πλαστικό χειρουργό αν ο σκοπός ήταν η επιστροφή σε μια πρότερη, υπέροχη, κατάσταση (προσοχή: όχι η επονείδιστη δημιουργία εκ του μηδενός!). Ίσως γιατί, όταν περνούν και τα δικά μας χρόνια, αρχίζουμε να αμφισβητούμε πια την ικανότητά μας να ικανοποιούμε την εμμονή μας αυτή εκεί που ευδοκιμεί πιο πολύ: στα ζουμερά εικοστριάχρονα. Που δεν γυρνούν ούτε καν να μας κοιτάξουν πια.

 

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Marie Claire, τον Ιούλιο του 2011)
No comments yet

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: