Skip to content

Η (απίστευτη) αλήθεια γύρω από τα αντρικά bachelor parties

02/11/2011

Μια γυναίκα ακούει, φαντάζεται, πιστεύει πολλά για την τελευταία νύκτα «ελευθερίας» του συζύγου της. Τίποτε όμως απ’ όλα αυτά δεν είναι πραγματικότητα…

Έχω κάνει bachelor party σε στριπτιζάδικο. Όπως όλοι. Έχω κάνει bachelor party σε μπουζουξίδικο της παραλιακής. Όπως οι περισσότεροι. Έχω κάνει bachelor party σε μυκονιάτικο club (και στην παρέα δεν ήμασταν μόνο άντρες). Όπως αρκετοί. Έχω κάνει bachelor party σε πριβέ αίθουσα ακριβού εστιατορίου, σε σουίτα ακόμη πιο ακριβού ξενοδοχείου, σε καμπάνα πανάκριβου resort, έχω κάνει bachelor party σε ένα σκάφος, σε μια παραλία, σ’ ένα διαμέρισμα, με πέντε καλούς φίλους όλους κι όλους, με δεκαπέντε αγνώστους, με εκατόν πενηντά επτά «γνωστούς» και τα beats από τις επιλογές ενός διάσημου DJ να μάς φέρνουν πιο κοντά. Με τις ευειδείς παρουσίες που περιφέρονταν στο χώρο. Έχω κάνει άπειρα bachelor parties, κάθε είδους, σε κάθε πιθανό σημείο, παρέα με κάθε απίθανο τύπο.

Δεν έχω κάνει ακόμη το δικό μου bachelor party, γιατί απολαμβάνω ακριβώς αυτό: το ότι είμαι εργένης. Συνεπώς, για μένα πάρτυ είναι η κάθε μέρα (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό). Κανένα, όμως, από τα bachelor parties αυτά δεν το διασκέδασα όσο ένα ταξίδι που κάναμε με την παρέα μου, με αφορμή τον γάμο ενός εκ των κολλητών, σε μια πόλη όπου συνήθως πας για οικογενειακό ή για ρομαντικό τουρισμό: Τη Ρώμη. Εντάξει, ομολογώ ότι δεν έχω ακόμη ταξιδέψει για bachelor στην Μπανγκόκ, όπως οι Γαλυφιανάκηδες του “Hangover II”, και πως στο Βέγκας βρέθηκα κοντά μόνο κατ’ ιδέαν (αφού μάς πρόλαβε η οικονομική κρίση και τελικά το bachelor party που είχε στο μυαλό του ο γαμπρός, το έκανε μόνος του με τη νύφη –και βρήκε την ευκαιρία να την στεφανωθεί εκεί, ο χαβαλές, ντυμένος Έλβις…), αλλά ήταν στην «αιώνια πόλη» που ένιωσα επιτέλους την ουσία του θεσμού. Την τελευταία σύναξη της αντροπαρέας, τον αποχαιρετισμό ενός εκλεκτού μέλους της πριν –αναπόφευκτα- χάσουν την συχνότητα και την ένταση της παρουσίας του οι υπόλοιποι, εξαιτίας των νέων πραγμάτων που έρχονται στη ζωή του. Ή μήπως κάνω λάθος και η ουσία δεν βρίσκεται εκεί;

Ο χειρότερος εφιάλτης της γυναίκας

Το τριήμερο στη Ρώμη είχαμε απώλειες. Και τι απώλειες! Ο κουμπάρος δεν κατάφερε να βρεθεί μαζί μας… Επικαλέστηκε προβλήματα στη δουλειά του, αλλά ακόμη δεν έχουν σιγήσει οι ψίθυροι μεταξύ των υπολοίπων μελών της παρέας που υποστηρίζουν ότι απλά δεν ήθελε να αφήσει τη σύζυγό του. Η οποία εκείνη την περίοδο είχε μείνει έγκυος στο πρώτο της παιδί. Από αγάπη και καθήκον ή από την άτεγκτη «παντόφλα» που έφαγε, μικρή σημασία έχει, η ουσία είναι ότι δεν κατάφερε να πλαισιώσει την υπόλοιπη αποστολή, και η απουσία του πυροδότησε πληθώρα αντιδράσεων στις υπόλοιπες συζύγους των μετεχόντων στο ταξίδι. Μια βαθιά υποψία επλανάτο στον αέρα του «Ελευθέριος Βενιζέλος» όσο περιμέναμε να επιβιβασθούμε στην πτήση της Alitalia για το Φιουμιτσίνο: Εκπάγλου καλλονής εκρηκτικές Ιταλίδες, με ξεδιάντροπα ντεκολτέ και ανύπαρκτα μίνι θα υποδέχονταν φιλήδονα τον μέλλοντα σύζυγο στο αεροδρόμιο. Για τη διαμονή μας θα είχε εξασφαλισθεί μια σουίτα από αυτές όπου λατρεύει να οργανώνει τις «δεξιώσεις» του ο Μπερλουσκόνι. Η θεματική της δικής μας «τελευταίας βραδιάς» θα ήταν, φυσικά, εμπνευσμένη από τον Καλλιγούλα, τον Νέρωνα και άλλους διάσημους γλεντζέδες Ρωμαίους, από εκείνους που αρέσκονταν να κυκλοφορούν μ’ ένα σεντόνι γύρω απ’ το παπάρι τους και εξηντατρείς γυμνόστηθες να τους ταΐζουν ρώγες (σταφύλια) κατευθείαν απ’ το τσαμπί. Η επιλογή της Ρώμης δεν ήταν τυχαία…

Όντως, η επιλογή της Ρώμης δεν ήταν τυχαία. Για κάποιον παρανοϊκό λόγο που ακόμη δεν έχει εξιχνιασθεί, μόνο το ένα από τα έξι στελέχη της (πολυταξιδεμένης κατά τ’ άλλα) «αποστολής» είχε ξαναβρεθεί εκεί (σε ηλικία που να το θυμάται, τέλος πάντων). Πρέπει να διανύσαμε, σχεδόν μαγεμένοι, με τα πόδια κάθε εκατοστό των πλακόστρωτών της και να φωτογραφηθήκαμε σε κάθε πέτρα που έφερε κάποια ένδειξη ότι έχει ηλικία μεγαλύτερη των δύο χιλιάδων ετών ή σε οτιδήποτε μας «μύριζε» λίγο μασονία, λίγο Βατικανό, λίγο “Illuminati” –ο,τιδήποτε σε Νταν Μπράουν, τέλος πάντων. Τα βράδια καταρρέαμε στα κρεβάτια μας από τις 11 η ώρα και, όχι, εννοείται, δεν το κάναμε με καμμία εκρηκτική Ιταλίδα. Δεν προλάβαμε καν να την πέσουμε σε καμμιά σκανδιναυή τουρίστρια στη Φοντάνα ντι Τρέβι.

Καταπιεσμένοι άντρες

Μικρή σημασία έχει. Και μόνο που κάναμε το ταξίδι, ήμασταν ένοχοι. (Ευτυχώς, εγώ γλίτωσα τη γκρίνια, καθότι εργένης, αλλά δέχτηκα, βέβαια, άπειρα πυρά ως «οργανωτής» της ακολασίας). Η κάθε μια από τις γυναίκες τους άκουσε τα δικά της από τις φίλες της, φαντάστηκε ό,τι ταίριαζε περισσότερο στον άντρα της, πίστεψε τελικά όσα από αυτά ήθελε. Ή όσα τη βόλευαν. Σίγουρα, πάντως, δεν πίστεψε ότι πήγαμε απλά για sight seeing. Που δεν πήγαμε. Πήγαμε για εκείνο που περιέγραψα παραπάνω, για να συσφίξουμε μια τελευταία φορά τους δεσμούς της αντροπαρέας. Αλλά αυτό, ξέρω, ηχεί σαν φθηνό αστείο στα θηλυκά αυτιά.

Κι όχι άδικα. Όταν η ποπ κουλτούρα έχει αποθεώσει κοτζάμ Τομ Χανκς να ζει τόσα και τέτοια όργια στο “Bachelor Party” –την αρχετυπική ταινία για τον μύθο των αντρικών «πάρτυ εργένηδων»- κι όταν οι αχρείοι τύποι του “Hangover” αποθεώνονται πλέον σε βαθμό rat-pack, είναι λογικό να φαντάζεται (κι ίσως και να περηφανεύεται κιόλας) η κάθε μέλλουσα σύζυγος πως κι ο δικός της έχει κάτι από Μπράντλεϊ Κούπερ. Μάλλον, από Μπράντλεϊ Κούπερ με ορέξεις δεκαπεντάχρονου στην πρώτη του τσάρκα στην οδό Φυλής.

Είναι αλήθεια πως ο θεσμός των στριπτιζάδικων επιβιώνει κυρίως χάρη στα πάρτυ εργένηδων. Τελευταία, μάλιστα, επιβιώνει ακόμη περισσότερο χάρη στα πάρτυ εργενισσών, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Έχει συνυφανθεί η «τελευταία νύχτα ελευθερίας» με ένα έσχατο σεξουαλικό ερεθισμό από μια άλλη γυναίκα (ή πολλές άλλες γυναίκες). Αν γίνεται κάτι παραπάνω από αθώο μάτι στα στριπτιζάδικα; Βεβαίως. Τι θα πάρετε; Το μενού περιέχει τα πάντα, αρκεί να ξέρεις πού να πας και ποιον πρέπει να βρεις εκεί. Και, εννοείται, πως σε κάθε bachelor party, υπάρχει τουλάχιστον ένας συνδαιτημόνας που ειδικεύεται σ’ αυτά. Που έχει προσκληθεί, πιθανότατα, αποκλειστικά και μόνο λόγω αυτών του των ιδιοτήτων και γνώσεων. Μια φίλη μού περιέγραφε πρόσφατα πως ο άντρας της της μίλησε για την εμπειρία του από σιλικονάτο στήθος και όταν εκείνη, με τεράστια έκπληξη τον ρώτησε πού το είχε πιάσει και εκείνος της είπε αθώα «σε στριπτιζάδικο», εκείνη έπεσε από τα σύννεφα. Ναι, στα στριπτιζάδικα οι άντρες πιάνουν. Και πιάνουν και οι χορεύτριες. Και συχνά, για λίγα ευρώ παραπάνω, πιάνουν και με άλλα σημεία του σώματός τους πέραν των χεριών. (Αλλά, ας είμαστε ρεαλιστές τώρα: Αν κάποιος θέλει να κάνει πληρωμένο έρωτα, μπορεί να το κάνει ανά πάσα στιγμή –γιατί να περιμένει το bachelor party του;)

Στο ημιμεθυσμένο, θολό σύμπαν της τελευταίας νύκτας «χωρίς τη γυναίκα μου», ένα ξέσπασμα πάνω σ’ ένα ξένο κορμί (που πληρώνεται ως επαγγελματίας γνώστης της μετάβασης από τον εργενισμό στην οικογενειακή ζωή και, άρα, στο μυαλό του άντρα δεν μετράει ακριβώς ως απιστία) είναι μια σκηνή τελετουργίας που συχνά επιβραβεύεται από τα χειροκροτήματα ή τα συγκαταβατικά χαμόγελα ακόμη και των συγγενών της μέλλουσας συζύγου, που μετέχουν στο πάρτυ. Και μετά επικρατεί μια «ομερτά» που δεν ραγίζει με τίποτε. Η επιλογή του «να το κάνει κανείς ή να μην το κάνει» είναι θέμα ηθικής, παραστάσεων ή ποσότητας αλκοόλης στο αίμα του μέλλοντος συζύγου. Πάνω απ’ όλα όμως, είναι θέμα δύο συνθηκών: της απόλυτης καταπίεσης ή της απόλυτης ελευθεριότητας.

Η «απιστία» δεν είναι απιστία

Αν, δηλαδή, ο μέλλων σύζυγος (ή κάποιος από τους φίλους του που θα βρεθεί στο πάρτυ –μην ξεχνάμε κι αυτούς!) ζει υπό ένα καθεστώς συνεχούς καταπίεσης από την σχέση του (ή από το δικό του μυαλό), είναι πολύ πιθανό να παρασυρθεί στο «θεσμικό σεξ» ή την «θεσμική πίπα» της «τελευταίας νύχτας». Θα τον παροτρύνουν οι άλλοι, θα τον καλύψουν μετά, θα θέλει ν’ αποδείξει ότι δεν είναι «μπούλης» ή «παντοφλάκιας». Και, βέβαια, σιγά μην αντισταθεί σε μια δίμετρη ξανθιά Τσέχα με πελώρια βυζιά που θα του χαϊδεύει ξαφνικά τ’ αχαμνά. Αν, πάλι, είναι από αυτούς που έχουν ή δεν έχουν σύζυγο, μικρή σημασία παίζει για την σεξουαλική του ζωή, και πάλι δεν θα δυσκολευθεί να κάνει κάτι που συνηθίζει να κάνει έτσι κι αλλιώς κάθε τόσο –ειδικά τώρα, που τα «γαμησιάτικα» τα πληρώνουν άλλοι.

Το πραγματικό ερώτημα που θα έπρεπε να ταλανίζει το γυναικείο μυαλό δεν είναι το «ξεσκίστηκε με αυτές τις βρωμιάρες ο δικός μου χθες;», αλλα το «γιατί ξεσκίστηκε;». Αν ξεσκίστηκε, ως ξέσπασμα, επειδή είναι η τελευταία (ίσως και η πρώτη) απιστία που μπορεί να διανοηθεί, ή αν ξεσκίστηκε από συνήθειο, φοβάμαι ότι το επόμενο πράγμα που θα ξεσκίσει θα είναι ο γάμος τους. Ο αφάνταστα καταπιεσμένος θα ξεσπάσει μια μέρα και ο αφάνταστα αχαλίνωτος θα ξεσπάει κάθε μέρα. Το ξέσπασμα του πρώτου δεν θα το αντέξει η αυταρχική νύφη, τα καμώματα του δεύτερου κάποτε θα συνθλίψουν την υπομονετική του σύζυγο. Αν ξεσκίστηκε επειδή ήπιε λίγο παραπάνω και ήδη το έχει μετανιώσει, ε, δεν τρέχει και τίποτε.

Η αλήθεια είναι, βέβαια, ότι το σεξ δεν είναι ο κανόνας στα πάρτυ εργένηδων. Πολλές φορές είναι απλά το μπαχαρικό σε μια άλλου είδους ξέσαλη βραδιά. Μπορεί να έρχεται απλά με τη μορφή «ωραίων παρουσιών» που πλαισιώνουν την παρέα –όχι υποχρεωτικά με σκοπό την συνεύρεση, αλλά, έτσι, γιατί πρέπει να υπάρχουν και θηλυκά, για να λέμε ότι κοροϊδέψαμε κάπως τις «δικές μας» που το καλύτερο που μπόρεσαν να κάνουν για το «εργενισσοπάρτυ» τους ήταν να πάνε στον Κιάμο. Τα θηλυκά – γλάστρες θα χαζέψουν τους φίλους του μέλλοντος γαμπρού και τον ίδιο να κατεβάζουν τις μεγαλύτερες ποσότητες αλκοόλ και ναρκωτικών που έχουν καταναλώσει ποτέ στη ζωή τους και να ξεστομίζουν τις υπερβολικότερες υπερβολές περί ανδροσύνης που έχουν πει ποτέ. Είναι μια βραδιά χωρίς όρια, μια θεσμοθετημένη επίδειξη ηλιοθιότητας και άχρηστης μαγκιάς. Μια νύκτα την οποίαν οι περισσότεροι μετανιώνουν το επόμενο πρωί και προσπαθούν να κρατήσουν τα πιο ανώδυνά της στοιχεία: Πόσα μέτρα ήταν το σκάφος, τι θέα είχε η σουίτα, πόσο ωραίο ήταν το μενού του εστιατορίου. Οι ακρότητες και η επίδειξη αυτού του ανώφελου bravado που θα αποσιωπηθούν είναι ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά στη σχέση τους –ή γενικά στη ζωή τους. Ή ότι παραμένουν παιδιά (και άρα μάλλον δεν θα έπρεπε να προχωρήσουν σε γάμο…)

Ξαναφέρνοντας στο μυαλό μου τις «απαγορευμένες» στιγμές που ζήσαμε με τους κολλητούς μου στη Ρώμη, την ατόφια αγωνία για το επικείμενο θέαμα στην ουρά μέχρι να μπούμε στο Κολοσαίο, τον ενθουσιασμό για την ανακάλυψη της πιο «αυθεντικής πιτσαρίας» της πόλης, τα ρυθμικά χειροκροτήματα στην Πιάτσα ντι Σπάνια όταν πετύχαμε τη μπάντα του Δήμου να οργιάζει πάνω σε φανκ κομμάτια, ξέρω ότι οι δικοί τους γάμοι θα είναι ευτυχισμένοι. Γιατί όταν βρίσκεσαι σε καθεστώς τόσης ελευθερίας μια τελευταία φορά με τους φίλους σου και το μόνο που σε νοιάζει είναι να τούς δείξεις πόσο τους αγαπάς και πόσο δεν θα τους ξεχάσεις τώρα που παντρεύεσαι, ε τότε δεν γίνεται να λες ψέμματα. Ούτε στη γυναίκα σου, όσα όργια κι ας υποπτεύεται ότι ζεις στη Ρώμη. Πίσω στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» θα καταλάβει τα πάντα από το βλέμμα σου. Ότι τίποτε δεν θ’ αλλάξει από αύριο που θα σας περάσουν τις βέρες. Γιατί, αν είναι ν’ αλλάξει έστω και ένα χιλιοστό, αυτός ο γάμος θα είναι δυστυχισμένος.

(To κείμενο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Marie Claire, τον Νοέμβριο του 2011)
One Comment leave one →
  1. 02/11/2011 17:18

    Ε-ΞΑΙ-ΡΕ-ΤΙ-ΚΟ

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: